Στο blog μας μπορείτε να δείτε

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Μ.Τρίτη.




Ανάμνηση της παραβολής των Δέκα Παρθένων


Κοντάκιον Ἦχος β'


«Τὴν ὥραν ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα, καὶ τὴν ἐκκοπήν, τῆς συκῆς δειλιάσασα, τὸ δοθὲν σοὶ τάλαντον, φιλοπόνως ἔργασαι ταλαίπωρε, γρηγοροῦσα καὶ κράζουσα. Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».
«Να σκέπτεσαι, ψυχή μου, την ώρα του τέλους σου και να αισθάνεσαι φόβο (καθώς θα θυμάσαι) το πάθημα της συκιάς που (ξεράθηκε και) κόπηκε. Έτσι, ταλαίπωρη ψυχή μου, να εργάζεσαι με επιμέλεια, για να αξιοποιήσεις τα χαρίσματα που σου έδωσε ο Θεός. Κι αυτό, μένοντας άγρυπνος και φωνάζοντας, προσοχή μη τυχόν και μείνουμε έξω από το νυμφώνα του Χριστού (από τη Βασιλεία Του)».


Ὁ Οἶκος


«Τὶ ῥαθυμεῖς ἀθλία ψυχή μου; τὶ φαντάζη ἀκαίρως μερίμνας ἀφελεῖς; τὶ ἀσχολεὶς πρὸς τὰ ῥέοντα; ἐσχάτη ὥρα ἐστὶν ἀπάρτι, καὶ χωρίζεσθαι μέλλομεν τῶν ἐνταῦθα, ἕως καιρὸν κεκτημένη, ἀνάνηψον κράζουσα. Ἡμάρτηκά σοὶ Σωτήρ μου, μὴ ἐκκόψης με, ὥσπερ τὴν ἄκαρπον συκήν, ἀλλ' ὡς εὔσπλαγχνος Χριστέ, κατοικτείρησον, φόβω κραυγάζουσαν. Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».
«Γιατί αδιαφορείς, άθλια ψυχή μου; Γιατί φέρνεις στη φαντασία σου άκαιρα σ’ ανόητες φροντίδες; Γιατί καταγίνεσαι με πράγματα παροδικά; Φτάνει η τελευταία ώρα και πρόκειται να χωριστούμε από τα γήινα. Όσο ακόμα έχεις καιρό, σύνελθε και φώναξε: Έχω αμαρτήσει. Σωτήρα μου, σ’ Εσένα. Μη με κόψεις από την ρίζα σαν την άκαρπη συκιά, αλλά ως σπλαχνικός που είσαι, Χριστέ, λυπήσου με, τώρα που με φόβο κραυγάζω: Προσοχή μη τυχόν και μείνουμε έξω από το νυμφώνα του Χριστού (από τη Βασιλεία Του)».


Το Τροπάριο της Κασσιανής


Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας.


Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.


Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.


Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σήν δούλην παρίδης, Ο αμέτρητον έχων το έλεος.


——————————————–


(Φώτη Κόντογλου μεταγραφή)


Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:


Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.


Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων, εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας. Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου, εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.


Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου, και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου• αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.


Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...